ἄντην

ἄντα, ἄντην
Grammatical information: adv.
Meaning: `over against, face to face' (Il.).
Derivatives: ἀντᾱ́εις `hostile' (Pi.). Denom. vb. ἀντάω `come opposite to, meet with' (Il.).
Origin: IE [Indo-European] [48] *h₂ent- `face'
Etymology: From the root noun *ἀντ- was derived ἄντομαι `meet' (Il.). ἄντα is the acc. of this noun; the locativ is ἀντί (s. v.); ἄντην was formed like (after?) δήν, πλήν etc. The case is still clear in ἔν-αντα (= ἐν ἄντα) etc., s. Wackernagel Syntax 2, 225. Vgl. Goth. and(a)- `against', Lith. añt, OLith. and dial. antà `towards'.
Page in Frisk: 1,112-113

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άντην — ἄντην επίρρ. (Α) 1. απέναντι, αντίκρυ, ενώπιον 2.κατά πρόσωπο, εκ του πλησίον 3.κατά μέτωπο, κατευθείαν 4. φανερά, απροκάλυπτα. [ΕΤΥΜΟΛ. Επιρρηματική αιτ. από θ. αντ , πιθ. αναλογικά προς τα δην, πλην κ.τ.ό.] …   Dictionary of Greek

  • ἄντην — ἄντη prayer fem acc sg (attic epic ionic) ἄντην against indeclform (adverb) ἄ̱ντην , ἀντάω come opposite to imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἄ̱ντην , ἀντάω come opposite to imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀντάω come opposite to… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ant-s —     ant s     English meaning: forward, before, outer side     Deutsche Übersetzung: “Vorderseite, Stirn”     Material: O.Ind. ánta ḥ “ end, border, edge “ (therefrom antya ḥ “ the last “); Alb. (*ánta) ana ‘side, end”. Gk. gen. sg. κάταντες ( …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • LAURUS — scientiae symbolum, ob non unam rationem; Unde quibusdam arbor ea credita, in qua primi nostri Progenitores peccârunt, vide Fortun. Licet. l. de Gemmis Annularibus c. 25. p. 62. Proin et vaticinii typus habita, quam ob causam vaticinantes Lauro… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άντα — Ο μεγαλύτερος παραπόταμος (313 χλμ.) του Πάδου και τέταρτος σε μήκος ποταμός της Ιταλίας. Πηγάζει από τις Ρετικές Άλπεις σε ύψος 2.290 μ. και ο άνω ρους του διαρρέει την κοιλάδα Βαλτελίνα που σχημάτισαν οι διαβρώσεις των παγετώνων. Εκβάλλει… …   Dictionary of Greek

  • ανάντης — ες (Α ἀνάντης) ανηφορικός, ανοδικός, απότομος (αντίθ. κατάντης) νεοελλ. αυτός που προκαλεί δυσκολίες, αντίξοος, αντίθετος, δύσκολος, δυσμενής μσν. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἄναντες, η δυσκολία αρχ. αυτός που βρίσκεται στο ύψιστο σημείο «πρὸς τὸ ἄναντες… …   Dictionary of Greek

  • ευάντης — εὐάντης, εὔαντες και εὐαντής, ές (Α) 1. ευκολοσυνάντητος, ευπρόσιτος, ευκολοπλησίαστος 2. ευμενής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + άντης (πρβλ. εξ άντης, αν άντης, προσ άντης) < θ. αντ εσ < *αντ (πρβλ. άντα, άντην, αντί)] …   Dictionary of Greek

  • κατάντην — (Α) επίρρ. κάταντα*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἄντην «απέναντι, κατά πρόσωπο»] …   Dictionary of Greek

  • κατάντης — ες (Α κατάντης, κάταντες) νεοελλ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα κατάντη τα προς τα κάτω μέρη («τα κατάντη τού ποταμού» τα μέρη τού ποταμού που βρίσκονται προς τις εκβολές) αρχ. 1. κατωφερής, απόκρημνος, επικλινής («το δ ἄλλο στράτευμα... ἐν τῷ… …   Dictionary of Greek

  • κομπώ — (I) κομπῶ, έω (Α) [κόμπος (Ι)] 1. κροτώ, αντηχώ («ὧς τῶν κόμπει χαλκὸς ἐπὶ στήθεσσι φαεινὸς ἄντην βαλλομένων», Ομ. Ιλ.) 2. χτυπώ, επικρούω πήλινο αγγείο για να ελέγξω τη στερεότητά του 3. κομπάζω. (II) κομπῶ, όω (Α) [κόμπος (Ι)] κομπάζω,… …   Dictionary of Greek

  • προσάντης — όσαντες, ΝΑ, και δωρ. τ. ποτάντης, όταντες, Α 1. ανηφορικός, ανωφερής και, κυρίως, απόκρημνος («πόλις... πάνυ μακρὰν ἔχουσα καὶ προσάντη πανταχόθεν ἀνάβασιν», Πολ.) 2. μτφ. δύσκολος, δυσχερής αρχ. 1. ενοχλητικός, δυσάρεστος ή ανιαρός («ἐπεί τε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.